Λαογραφία - gymnasio_kolindrou

Αναζήτηση
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Δραστηριότητες
Λαογραφία και Κολινδρός                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                      

Λαογραφία είναι η επιστήμη που καταγράφει κάθε εκδήλωση της κοινωνικής ζωής με λαΐκό και μαζικό χαρακτήρα, ήθη, έθιμα, δοξασίες. 'Ιχνη του παρελθόντος που κληροδοτήθηκαν στους νεότερους για να γνωρίσουν το παρελθόν και να χρωματίσουν το παρόν.

Ο Κολινδρός ένας τόπος με πλούσια έκφραση καυχιέται για τα γραφικά λαικά του έθιμα, τις ωραίες παραδόσεις του. Μερικά απ' αυτά τα έθιμα διατηρούνται αυτούσια, άλλα έχουν ξεθωριάσει και για άλλα γίνεται σοβαρή προσπάθεια αναβίωσης

 Η νέα γενιά οφείλει να γαλουχηθεί με ευαισθησία απέναντι στην παράδοση. Οφείλει να "ανακαλύψει" προσωπικά τις πτυχές της καθημερινής ζωής των προγενέστερων, που όσο ασήμαντη και αν θεωρείται είναι ουσιαστικά και αληθινή , γιατί πέρα απο τα βαρύγδουπα ιστορικά γεγονότα που βιώνει κάθε γενιά , η πραγματική ζωή υφαίνεται γύρω απο έθιμα, όπως ο γάμος, τα βαφτίσια, τα πανηγύρια, οι γιορτές, η παραδοσιακή μαγειρική, τα τραγούδια , οι παροιμίες.


Η Πρωτομαγιά

Η μέρα της Πρωτομαγιάς είναι γιορτή χαράς για το καλοκαίρι που νικάει το χειμώνα, για τη ζωή που νικάει το θάνατο, για την αναγεννώμενη φύση που το Μάη μήνα βρίσκεται στην "καλή της ώρα ", στο απόγειο της ομορφιάς της. Αυτή τη μέρα γιορτάζεται η γιορτή των λουλουδιών, τα ανθεστήρια, θα λέγαμε.

Γεγονός πάντως είναι ότι η γραφικότητα και το έντονο χρώμα της παλιάς Πρωτομαγιάς σήμερα δεν υπάρχει . Πολλές από τις πατροπαράδοτες συνήθειες, η τεχνολογική πρόοδος τις έχει ισοπεδώσει.

Σύμφωνα με αυτές, οι νοικοκυρές έπρεπε από την παραμονή να κάνουν την προετοιμασία τους. Φρόντιζαν, ώστε κατά την πρωινή αναχώρηση να μην παρατηρηθεί η παραμικρή έλλειψη.

Την παραμονή επίσης έρχονταν και τα νέα παιδιά των Κολινδρινών από τη Θεσσαλονίκη για να γιορτάσουν την Πρωτομαγιά. Το πρωί και πριν καλά ροδίσει ο ήλιος της Πρωτομαγιάς πήγαιναν στα πηγάδια και τις βρύσες έξω από την πόλη να πιουν και να φέρουν το "αμίλητο νερό". Το ονόμαζαν έτσι επειδή σ’ όλη τη διαδρομή δεν έβγαζαν καθόλου μιλιά. Άλλοι έκοβαν φύλλα καρυδιάς με τα οποία χτυπούσαν απαλά στο πρόσωπο, όσους έβρισκαν στο δρόμο και τους εύχονταν "χρόνια πολλά και καλό μήνα".

Ύστερα απ΄ αυτή τη διαδικασία οι γιορταστές – φυσιολάτρες έβγαιναν στην εξοχή για το ξεφάντωμα. Οι μεγαλύτεροι ήταν καβάλα στα άτια τους ή στα υπομονητικά υποζύγια τους που ήταν στολισμένα με πολύχρωμα κιλίμια. Οι περισσότεροι κατέφευγαν στη γραφική τοποθεσία της Καστανιάς, που απέχει 4 χιλιόμετρα περίπου από τον Κολινδρό όπου έψηναν σουβλιστά κατσίκια τα οποία τη μέρα αυτή βρισκόταν στην "ημερήσια διάταξη" και περνούσαν την μέρα τους ως το απόγευμα διασκεδάζοντας. Είχαν μαζί τους και άλλα φαγώσιμα και ποτά όπως είναι η πίτα και οι κεφτέδες, εδέσματα αναπόσπαστα με την Πρωτομαγιά και εύγευστα όσο λίγα, καθώς και το μαύρο μπρούσκο κρασί.

Με την άλωση αυτών των ορεκτικών οι φίλοι του πράσινου γιόρταζαν και ζούσαν το ξεφάντωμα αυτό στον αέρα των αιωνόβιων βελανιδιών και με την γεύση του κρυστάλλινου νερού


Το Πανηγύρι στον Άγιο Αθανάσιο

Κάθε χρόνο στις 14 Σεπτεμβρίου, στη γιορτή της Υψώσεως του Σταυρού, γινόταν στον Άγιο Αθανάσιο, "Καψαλού" πανηγύρι.

Σε όλο το μήκος του δρόμου, που οδηγούσε στον Άγιο Αθανάσιο, σχηματιζόταν μια μακριά αλυσίδα υποζυγίων που μετέφεραν τους πιστούς στο εξωκλήσι. Στο πανηγύρι αυτό, εκτός από τους Κολινδρινούς, πήγαιναν και πολλοί από τις γύρω κοινότητες τις γύρω κοινότητες της Καστανιάς, της Μηλιάς, του Λιμπάνοβου(Αιγίνιο) , του Καταχά κτλ. Έφθαναν οι περισσότεροι την παραμονή για να παρακολουθήσουν την ολονύχτια αγρυπνία. Το πρωί παρακολουθούσαν τη θεία λειτουργία. Μετά την απόλυση της εκκλησίας έτρωγαν κάτω από τα δέντρα ( οι περισσότεροι φαγητά νηστίσιμα ) και περνούσαν τη μέρα τους στην εξοχή διασκεδάζοντας.

Οι υπαίθριοι μικροπωλητές, οι οποίοι "στεντόρεια τη φωνή" διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, ήταν ο….. πονοκέφαλος των μανάδων, που υπακούοντας στα " κελεύσματα" των μικρών ήταν υποχρεωμένες να αγοράσουν το παιχνιδάκι που αυτά θα απαιτούσαν. Η ατμόσφαιρα γενικά ήταν διάχυτη από χαρά και ευθυμία. Να σημειωθεί ότι οι εκδηλώσεις των γιορταστών δεν ξεπερνούσαν τα όρια που επιβάλλει η ιερότητα του περιβάλλοντος.

Σαν βράδιαζε διαλύονταν οι πανηγυριώτες και με λύπη ξεκινούσαν για τα χωριά τους. Το πανηγύρι είχε τελειώσει!!!!!


Ο Δεκαπενταύγουστος

15 Αυγούστου…..Οι γεωργικές δουλειές έχουν σχεδόν τελειώσει, ξένοιαστοι οι χωρικοί περιμένουν να πάνε στο μεγάλο προσκύνημα. Πιστοί στα θρησκευτικά έθιμα, νηστεμένοι θα έρθουν να κοινωνήσουν στο μοναστήρι της Παναγίας Μακρυρράχης Το μοναστήρι αυτό απέχει 8 χλμ. . περίπου από τον Κολινδρό .

Πανηγυριώτες από παντού, από μακρινά χωριά και πόλεις. Άνθρωποι κάθε ηλικίας κρατούν λαμπάδες και φέρνουν τάμα στην Παναγία. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν πρόσωπα ανθρώπων ταλαιπωρημένα από τις αρρώστιες που έρχονται να ζητήσουν τη χάρη της Παναγίας και να βρουν τη γιατρειά τους.

Και όλο αυτό το ανθρωπολόι πρέπει να φτάσει νωρίς το απόγευμα στο μοναστήρι. Οι περισσότεροι θα διαβούν νεροσυρμές και μονοπάτια, θα περάσουν ρέματα, θα ανέβουν ανηφόρες, θα ανοίξουν πολλές φορές περάσματα μόνοι τους για να έρθουν εξαντλημένοι από την κούραση και τη νηστεία !!!!

Και θα φτάσουν, θα αναζητήσουν στέγη στα κελιά του μοναστηριού για να περάσουν τη νύχτα. Δεν επαρκούν πολλές φορές τα 150 κελιά, που βρίσκονται στα 3 πατώματα του ξενώνα. Θα γεμίσουν οι αυλές και οι διάδρομοι, εκτός από τις βεράντες με τα τραπέζια παρατεταταγμένα για το φαγοπότι της επόμενης ημέρας

Θα τρέξουν στο αγίασμα να πιουν νερό και θ’ αφήσουν κάτι από πάνω τους, ένα κομμάτι από τα ρούχα τους, λίγες τρίχες από τα μαλλιά τους. Ύστερα θα προσκυνήσουν ανάβοντας το κεράκι τους ή τη λαμπάδα τους στην Παναγία, θα φωτισθούν έτσι οι αυστηρές μορφές των αγίων, θα λάμψουν τα αφιερώματα και οι πολυέλαιοι θα συμπληρώσουν τη φωτοχυσία.

Μετά τον εσπερινό θα αρχίσει η ολονύκτια αγρυπνία, την οποία θα παρακολουθήσουν οι ώριμοι άντρες κι οι ηλικιωμένοι και οι άρρωστοι, που έρχονται να βρουν τη θεραπεία τους.

Την αυγή θα χτυπήσουν οι καμπάνες και θα σηκωθούν όλοι για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία. Η εκκλησία παρ’ όλο ότι γέμισε ασφυκτικά, δεν μπορεί να χωρέσει το πλήθος των πιστών. Όμως κι αυτοί που μένουν έξω και θα ακούσουν με κατάνυξη την ακολουθία ως την απόλυση.

Θα ξεχυθούν αμέσως τότε όλοι και θα στρωθούν στο φαγητό. Το ψητό αρνί θα σκορπίσει παντού την κνίσα του και θα ανοίξει περισσότερο, από την πείνα και την νηστεία, την όρεξη για ένα ασυγκράτητο φαγοπότι. Για να αρχίσει έπειτα το τραγούδι και ο χορός μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από τραγούδια, που ανακατεύονται με τις φωνές της γκάιντας, του κλαρίνου, του βιολιού και του λαγούτου και την υπόκρουση των τυμπάνων.

Ο ήλιος όμως άρχισε να κατεβαίνει και δεν θα αργήσει να βασιλέψει Πολλοί ετοιμάζονται να φύγουν παρασέρνοντας και τους υπολοίπους. Με πόση ανορεξία θα μαζέψουν τα πράγματα και θα αρχίσουν να κατηφορίζουν. Το Πανηγύρι τελείωσε. Έγινε ανάμνηση και προσδοκία για του χρόνου.

Η Γέννηση

Η γέννηση είναι σπουδαίο γεγονός, ένας καινούριος άνθρωπος έρχεται στη ζωή. Οι συγγενείς, οι γνωστοί, οι φιλικές οικογένειες δίνουν τα συγχαρητήρια τους και εύχονται χαρές στον πατέρα, υγεία στη μητέρα και πολύχρονο στο παιδί. Ωστόσο, φέρνει περισσότερη χαρά το αγόρι που του λένε “πιδί”. Το κορίτσι δεν το λένε πιδί, αλλά “κουρίτς”.

Παλιότερα, στη γέννηση παραστέκονταν συνήθως οι πρακτικές μαμές, που “ουφαλόκουβαν” και “φάσκιωναν” το παιδί. Άλλη συνήθεια ήταν να στέλνουν τα συγγενικά σπίτια στη λεχώνα “λιχ’ νιατ’κου” που ήταν πίτα. Όταν η λεχώνα σαραντίσει πηγαίνει στην εκκλησία με το μωρό και τη “διαβάζει” παπάς.



Το βάπτισμα

Τα βαφτίσια είναι ένα σημαντικό μυστήριο της εκκλησίας. Το πιο σημαντικό μέρος του μυστηρίου, είναι εκείνο που ο κουμπάρος λέει το όνομα του παιδιού. Μόλις ο νονός προφέρει το όνομα του βαφτισιμιού του, οι “καιροφυλακτουντες”, μικροί φεύγουν ολοταχώς και κάνουν γνωστό στο σπίτι του νεοφώτιστου για να εισπράξουν το φιλοδώρημα. Μετά το μυστήριο, μοιράζονται στους καλεσμένους σταυρουδάκια, κουφέτα και γίνεται το καθιερωμένο κέρασμα, ενώ ο νονός προσφέρει στο παιδί τα δώρα, Σημαντική για τον ανάδοχο είναι η στιγμή που πληρώνει τα έξοδα της βάφτισης. Οι γονείς του νεοφώτιστου, τέλος, παραθέτουν γεύμα στους στενούς συγγενείς.

Ο θάνατος

Ο άνθρωπος σε οποιαδήποτε δυσάρεστη περίσταση της ζωής του, ψάχνει και βρίσκει έστω και μία αμυδρή ελπίδα για την αντιμετώπισή της. Μπροστά όμως στον αδυσώπητο θάνατο μένει αδρανής και ανίσχυρος να αντιδράσει. Ο ετοιμοθάνατος τις περισσότερες φορές εξομολογείται και μεταλαβαίνει.

Καμπάνες χτυπούν πένθιμα ενώ συγγενείς ασπάζονται το νεκρό. Σε αντίθεση με άλλα μέρη, στον Κολινδρό δεν υπάρχουν μοιρολογίστρες.

Το λείψανο μεταφέρεται στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Απ’ όπου περνάει ο νεκρός, ο κόσμος σταματάει και σταυροκοπιέται. Τέλος, μόλις φτάσουν στο ναό, γίνεται μια τελευταία λειτουργία και ύστερα ακολουθεί η ταφή. Μόλις κατεβάσουν τον νεκρό στον τάφο, ο παπάς διαβάζει κάποιες ευχές και ένας-ένας περνάει και ρίχνει χώμα πάνω από τον τάφο του νεκρού.

Οι Απόκριες

  Οι απόκριες στον Κολινδρό ήταν γιορτή ξεφαντώματος. Κύριο χαρακτηριστικό ήταν τα καρναβάλια με κορύφωση την Καθαρά Δευτέρα. Όλοι ντύνονταν μασκαράδες. .

Η μασκαράδες έβγαιναν στους δρόμους κατά ομάδες και ξεσήκωναν τα πλήθη. Άντρες και γυναίκες περιμένουν να γελάσουν και να κουτσομπολέψουν με τις συμπάθειες και το γούστο του καθενός. Εξαιρετικοί όμως ήταν η εμφάνιση της ομάδας του Κολινδρού με τις φουστανέλες τις κάλτσες τα μαχαίρια και άλλα που συγκλόνιζαν τα πλήθη.

Τις απόκριες τα φαγητά ήταν άφθονα. Το βράδυ της Κυριακής στον Κολινδρό φτιάχνανε το περίφημο χάσκα. Ήταν ένα κομμάτι σκληρός χαλβάς που ήταν δεμένος στην άκρη μιας κλωστής κρεμασμένη από ένα πλάστη. Τον πλάστη τον κρατούσε ο αρχηγός της οικογένειας και περνούσε από τα ανοιχτά στόματα των γύρω οι οποίοι είχαν τα χέρια πίσω και προσπαθούσαν με απρόβλεπτες κινήσεις να δαγκώσουν το χαλβά.


Η Πρωτοχρονιά

Η γιορτή εδώ αρχίζει από την παραμονή της πρωτοχρονιάς, που γιορτάζεται διαφορετικά από τόπο σε τόπο, αλλά με την ίδια χαρά που περιμένουν όλοι. Την παραμονή στον Κολινδρό οι νοικοκυρές ετοιμάζουν την παραδοσιακή βασιλόπιτα στην οποία βάζουν ένα μεταλλικό κέρμα. Ενώ παράλληλα στην πλατεία του χωριού τα παιδιά ψάλουν το τραγούδι του Άγιου-Βασίλη.

Με αυτά αλλά και με άλλα τραγούδια παρόμοια τα παιδιά γυρνάνε από σπίτι σε σπίτι και μαζεύουν νομίσματα. Εκείνη τη μέρα η πεθερά στέλνει βασιλόπιτα στη νύφη και ένα δώρο για εκείνη και το αντίστροφο. Το ίδιο και οι κουμπάροι, χωρίς να είναι υποχρεωτικό το δώρο σε αυτούς. Το βράδυ ακολουθεί το κόψιμο της βασιλόπιτας που το περιμένουν όλοι.

Ο πατέρας κάθε σπιτιού σταυρώνει τρεις φορές τη βασιλόπιτα και κόβει για όλα τα μέλη του σπιτιού, καθώς και για τα κτήματα και τα ζώα. Εκείνη η στιγμή είναι χαριτωμένη γιατί το κέρμα και εκείνος που θα το βρει θα είναι ο τυχερός για τον καινούργιο χρόνο που έρχεται. Τα μεσάνυχτα που ο παλιός χρόνος παραχωρεί τη θέση του στον καινούργιο όλοι σβήνουν τα φώτα και τραγουδούν.

Έπειτα ανάβουν τα φώτα και δίνουν ευχές για καλή χρονιά. Την άλλη μέρα νιόπαντροι και αρραβωνιασμένοι κάνουν επισκέψεις και εύχονται για τον καινούργιο χρόνο



Τα Σιμίθια

Είναι αλήθεια ότι μερικά από τα πολλά έθιμα του Κολινδρού αλλά και των άλλων πόλεων τείνουν να εξαφανιστούν. Ευτυχώς όμως ριζωμένα βαθιά μέσα στις καρδιές των ανθρώπων και δεν ξεχνιούνται. Όπως τα Σιμίθια που είναι ένα έθιμο του Κολινδρού όπου οι νοικοκυρές την Μεγάλη Τετάρτη ετοιμάζουν μία μεγάλη φιάλη με ρεβίθια συμπληρωμένη με νερό. Την νύχτα αφήνουν να φουσκώσουν τα ρεβίθια και να βγει ο αφρός. Τον μαζεύουν προσεκτικά και τον ανακατεύουν με κοσκινισμένο αλεύρι, το οποίο δίνουν (σαν μαγιά) και στις άλλες νοικοκυρές.


Αφού έχουν προμηθευτεί όλες οι νοικοκυρές τη μαγιά τους τη ζυμώνουν και σε περίπτωση που αποτύχουν ούτε τα ζώα δεν την τρώνε λέγανε οι Κολινδρινοί. Αφού λοιπόν ζυμώσουν αλεύρι και νερό φτιάχνουν τις μπαμπούκες. Είναι κάτι καρβέλια με βάρος μισής οκάς. Την Μεγάλη Πέμπτη έχουμε την ανταλλαγή δώρων. Και τέλος το έθιμο των Σιμιθίων με την πάροδο του χρόνου άρχισε να σβήνει γιατί τη θέση τους πήραν τα τσουρέκια τα οποία είναι καλύτερα σε γεύση και έχουν μικρότερο κόπο



Ο Γάμος

Όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, έτσι και στον Κολινδρό ο αρραβώνας αποτελεί το πρώτο βήμα του γάμου. Την ημέρα των αρραβώνων στο σπίτι της νύφης παρατηρείται μια πυρετώδης κίνηση για την προετοιμασία της διασκέδασης που θα γίνει το βράδυ. Γι’ αυτό και προσκαλούνται όλα τα συγγενικά πρόσωπα που θα υποδεχθούν το γαμπρό με τους συγγενείς και τους φίλους του. Όταν έρθει ο γαμπρός με τη συνοδεία του, ακολουθεί η διασκέδαση στη διάρκεια της οποίας γίνεται η ανταλλαγή των δαχτυλιδιών στους νεοαρραβωνιασμένους.

Όσον αφορά το γάμο, ένα παλιό έθιμο έλεγε πως απαγορευόταν στη νύφη να επισκεφτεί το σπίτι του αρραβωνιαστικού της πριν αυτή αποκτήσει τα δικαιώματα της συζύγου.

Ο γάμος στο χωριό δεν είναι μια συνηθισμένη γιορτή. Είναι ένα πανηγύρι. ‘Ένα πανηγύρι που οργανώνεται από τα σπίτια της νύφης και του γαμπρού και οι καλεσμένοι είναι σχεδόν όλοι οι χωριανοί. Τα κορίτσια του συγγενικού περιβάλλοντος και της γειτονιάς βοηθούν στα "ξετιλέματα": το πλύσιμο, το σιδέρωμα, το γέμισμα των μαξιλαριών και σε άλλες εργασίες. Το καπλάντισμα του παπλώματος γίνεται αποκλειστικά από τις γυναίκες την Τετάρτη, τότε που γίνονται και τα "γιμίσματα", δηλ. γεμίζουν το στρώμα με μαλλί. Μετά το γέμισμα κυλούν πάνω στο στρώμα αγοράκια για γούρι. Ακολουθούν τα "διπλώματα" της προίκας που γίνεται από καλεσμένες συγγενείς και φίλες, στις οποίες προσφέρονται πέντε γλυκίσματα.

Η μέχρι τώρα σιωπηρή προετοιμασία ξεσπά το απόγευμα της Παρασκευής σε πανηγύρι. Από νωρίς στο σπίτι της νύφης παρατηρείται μια ασυνήθιστη κίνηση τόσο για την βραδινή υποδοχή του γαμπρού όσο και για το "σκάλωμα" της προίκας, την οποία θέτουν σε κοινή θέα των επισκεπτών.

Την άλλη μέρα Σάββατο κατά τις 11 το πρωί, στα νιάτα των παππούδων μας γινόταν η εκτίμηση της προίκας. Πήγαινε στο σπίτι της νύφης μια επιτροπή από δημογέροντες και τον Αρχιερατικό Επίτροπο, οι οποίοι αφού υπολόγιζαν πάνω-κάτω την αξία της προίκας την κατέγραφαν στον κώδικα της επιτροπής και όριζαν "το δικαίωμα καταγραφής προίκας", ένα είδος ποσοστών περίπου 6% για την ενίσχυση των σχολείων. Έπειτα ακολουθούσε το κουβάλημα της προίκας στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί γινόταν η "χαρά", δηλ. διασκέδαση σε στενό οικογενειακό περιβάλλον.

Έτσι φτάνει η "κυριώνυμη" μέρα του γάμου. Αφού στην εκκλησία τελειώσει η θεία λειτουργία οι συγγενείς του γαμπρού ξεκινούν για το σπίτι της νύφης με συνοδεία οργάνων, απ΄ όπου παίρνουν την προίκα. Μπροστά μπαίνει ο προξενητής, ο οποίος κρατάει στο χέρι του το δίσκο με τα δώρα, τα οποία προορίζονται για την νύφη και τους σπιτικούς της. Όταν φτάσουν στο σπίτι ο προξενητής τριγυρνά με τον δίσκο και δείχνει τα δώρα ονομαστικά για τον καθένα, χωρίς φυσικά να παραλείπει και τον εαυτό του. Το μεσημέρι προσφέρεται γεύμα τόσο στο σπίτι του γαμπρού όσο και στο σπίτι της νύφης, όπου παρακάθονται οι συγγενείς και οι φίλοι των δυο οικογενειών. Νέοι από την ακολουθία της νύφης κατεβαίνουν κάτω και προσφέρουν ποτά σ΄ αυτούς που περιμένουν την νύφη. Η πομπή ξεκινάει σε λίγο για την εκκλησία. Μέχρι να φτάσει η πομπή στην εκκλησία δύο νέοι του γαμπρού κρατούν μια κότα που συμβολίζει την ευγονία και μια γλάστρα που συμβολίζει την ευτυχία του ζευγαριού. Μετά την τέλεση του μυστηρίου συγγενείς, φίλοι και νιόπαντροι μαζεύονται στο σπίτι του γαμπρού και γλεντούν. Έτσι τελειώνει ο μαραθώνιος του γάμου και μια νέα οικογένεια αρχίζει τη ζωή της μέσα στην κοινωνία μας.

Τα Χριστούγεννα

Από τις παραμονές των Χριστουγέννων αρχίζουν οι νοικοκυρές να κάνουν τις δουλειές των Χριστουγέννων φροντίζουν για την καθαριότητα των σπιτιών τους και για την προμήθεια όλων των αγαθών που χρειάζονται για εκείνες τις μέρες. Πολλά παιδιά που έχουν φύγει από τον Κολινδρό, εκείνες τις γιορτινές μέρες επιστρέφουν στη γη των πατέρων τους για να γιορτάσουν και αυτοί ,με όλους, συγγενείς, φίλους και οικογένεια τα Χριστούγεννα μαζί. Πριν ακόμη χαράξει η μέρα χτυπούν γιορτινά οι καμπάνες και προσκαλούν μικρούς και μεγάλους για τη θεία λειτουργία.

Τις μέρες αυτές οι επισκέψεις στα σπίτια των συγγενών είναι απαραίτητες. Την παραμονή των Χριστουγέννων τα φαγητά που θα τρώγανε όλοι ήταν απαραιτήτως όλα νηστίσιμα. Την τρίτη ημέρα το έθιμο είχε το σφάξιμο του γουρουνιού σε κάθε οικογένεια. Εκείνη την μέρα πολλά παιδιά μαζευόταν γύρω από αυτό γιατί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος ήταν η ουροδόχος κύστη του γουρουνιού που τη φούσκωναν και τη χρησιμοποιούσαν για μπαλόνι. Από το γουρούνι οι νοικοκυρές έβγαζαν το λίπος το οποίο αντικαθιστούσε το λάδι και με το κρέας κάνανε τα παραδοσιακά λουκάνικα. Εκείνη τη μέρα τη γιόρταζαν πραγματικά ψήνοντας και τρώγοντας τα συκώτια και πίνοντας το κόκκινο κρασί


Το Πάσχα

Λίγες μέρες πριν από το Πάσχα οι νοικοκυρές ασβεστώνουν και ετοιμάζονται να υποδεχτούν την Μεγάλη Εβδομάδα. Την Κυριακή των Βαΐων όσοι πηγαίνουν στην εκκλησία παίρνουν τα Βάγια που είναι μια δάφνη. Την Μεγάλη Τετάρτη ετοιμάζουν το βάψιμο των αυγών. Την Μεγάλη Πέμπτη και την Μεγάλη Παρασκευή οι μητέρες κοινωνούν τα παιδιά τους και τα κορίτσια στολίζουν τον επιτάφιο ψάλλοντας και τραγουδώντας τραγούδια πένθιμα.

Την Μεγάλη Παρασκευή όλη την ημέρα χτυπούν πένθιμα οι καμπάνες και το βράδυ γίνεται η περιφορά του επιταφίου όπου συναντιόνται οι δύο επιτάφιοι σε ένα ορισμένο σημείο του Κολινδρού και εκεί και οι δύο μαζί πηγαίνουν μέχρι την πλατεία όπου χωρίζουν για να επιστρέψουν και οι δύο στην ενορία τους. Το Μεγάλη Σάββατο όλοι προμηθεύονται το αρνί, τα μεσάνυχτα είναι όλοι παρόντες στην Ανάσταση για να πάρουν το άγιο φως για τα σπίτια τους. Στη συνέχεια τρώνε το ψητό αρνί και τσουγκρίζουν τα κόκκινα αυγά






Τα κεράσια

Τα κεράσια του Κολινδρού , γνωστά σ’ όλη την Ελλάδα, είναι από τα πιο εκλεκτά, εύγευστα και περιζήτητα στην οπωραγορά της χώρας μας .

Κάθε οικογενειάρχης είχε μερικά στο κτήμα του και το προϊόν τους, όσο απέμενε από την εντόπια κατανάλωση, το αγόραζαν οι έμποροι (Εβραίοι συνήθως ) της Θεσσαλονίκης.

Σήμερα η καλλιέργεια της κερασιάς έχει συστηματοποιηθεί στον Κολινδρό , ο οποίος δίκαια πλέον αποκαλείται κερασούπολη. Η παραγωγή των κερασιών αντιμετωπίζει τις αυστηρές αξιώσεις και απαιτήσεις του εμπορίου και της κατανάλωσης των μικρών και μεγάλων αστικών κέντρων . Κτήματα με κερασιές υπάρχουν γύρω από τον Κολινδρό. Κάθε Μάιο οι κάτοικοι πραγματοποιούν γενική έξοδο για την συγκομιδή της πρώτης σοδειάς τους . Στα χείλη όλων ανθίζει το χαμόγελο και στα πρόσωπά τους είναι αποτυπωμένη η ικανοποίηση από το γεγονός ότι θα «λάβουν τον μισθόν αυτών». Παλιότερα έβλεπε κανείς του κατοίκους να πηγαίνουν πρωί – πρωί στα κτήματά τους με τα υπομονετικά υποζύγια , άλλοι σύροντας και άλλοι επιβαίνοντας σ’ αυτά, που τα χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά του προϊόντος τους . Σήμερα φυσικά όλα έχουν αλλάξει γιατί η τεχνολογία αντικατέστησε τα ζώα.

Η συγκομιδή των κερασιών έδινε την αφορμή κάθε Μάιο , να πραγματοποιείται στον Κολινδρό γιορτή κερασιού, η οποία τα τελευταία χρόνια δυστυχώς δεν πραγματοποιείται. Σκοπός της γιορτής των κερασιών ήταν η προβολή και η διαφήμιση του προϊόντος και η ενημέρωση των επισκεπτών στα επιτεύγματα και την πρόοδο των κατοίκων και ειδικότερα των αγροτών. Οι πολυπληθείς επισκέπτες έβρισκαν την ευκαιρία να γευθούν το εκλεκτό , δροσερό κεράσι και να συμμετάσχουν στις υπόλοιπες εκδηλώσεις . Οι πόρτες των σπιτιών , στολισμένες με κλαδιά κερασιάς , άνοιγαν διάπλατα την ημέρα αυτή για την υποδοχή των επισκεπτών , που προέρχονταν από όλα τα μέρη της Β. Ελλάδας , ιδιαίτερα από τη Θεσσαλονίκη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι Κολινδρινοί που μένουν μακριά από την γενέτειρά τους την επισκέπτονταν την ημέρα αυτή όχι μόνο για να έρθουν σε επαφή και να γιορτάσουν μαζί με τους συμπατριώτες τους, αλλά και να γευθούν με … γαστρονομική διάθεση τα κεράσια.



Ο θέρος και τ' αλώνισμα

Χρονοβόρες και κοπιαστικές, εντελώς διαφορετικές από τις σημερινές , ήταν οι διαδικασίες του θερισμού-αλωνισμού σε παρωχημένες εποχές. Τότε ο θερισμός και ο αλωνισμός γίνονταν σε δυο φάσεις και σε χρόνο παρατεταμένο.

Ο θέρος γινόταν, όπως και σήμερα ο θεριζοαλωνισμός , τον Ιούνιο. Το πρωί, πριν την ανατολή του ηλίου, οι θεριστές ξεκινούσαν για το θερισμό έχοντας μαζί τους το δρεπάνι και την «παλαμαριά». Στο πρώτο ξεκίνημά τους οι θεριστές έκαναν το σταυρό τους. Η δουλειά άρχιζε τα χαράματα κάθε μέρα και τελείωνε αργά το βράδυ. Θέριζαν 8-10 πόντους ψηλά απ’ το έδαφος, για να κερδίσουν το άχυρο.

Εικόνες αντίκριζε ο παρατηρητής στο θέρο, όπως τη χαρούμενη εργατιά με τα τραγούδιά της, το παιχνίδισμα των δρεπανιών με τον ήλιο, αλλά και τον ιδρώτα ν’ αυλακώνει τα τραχιά και ηλιοκαμένα πρόσωπα των θεριστών.

Για το νερό οι θεριστές χρησιμοποιούσαν «του φτσελ’» , που το κρεμούσαν στο δέντρο, να το παίρνει ο αέρας και να διατηρείται το νερό δροσερό. Μερικές φορές το νερό γινόταν περιζήτητο. Το μεσημεριανό φαγητό ήταν συνήθως λιτό. Τα περισσότερα γεύματα ήταν ξεροφαγία: τυρί, σκόρδο, ελιές και ξινόγαλο. Για να φάνε ή ν’ αναπαυθούν έπρεπε να τελειώσουν «τουν όργου». Έλεγαν: Πρώτα θα βγάλουμι τουν όργου κι ύστιρα θα ξαπουστάσουμι .

Η μεταφορά των δεματιών γινόταν συνήθως τη νύχτα , με ζώα, για να κερδίσουν οι θεριστές χρόνο. Οι θημωνιές γίνονταν γύρω απ’ τ’ αλώνι , πολλές μαζί, άλλες μικρές κι άλλες μεγάλες.



Η σπορά

Μια από τις βασικές γεωργικές εργασίες είναι αναμφίβολα και η σπορά.

Εντελώς διαφορετικά όμως ήταν τα πράγματα, όταν η όλη διαδικασία της σποράς γινόταν χωρίς μηχανήματα , αλλά με τη βοήθεια μόνο των ζώων.

Πρώτη φροντίδα των γεωργών ήταν να διαλέξουν το σπόρο.

Απ’ τον Αύγουστο ακόμα άρχιζε η προετοιμασία των χωραφιών. Τα όργωναν ξερό όργωμα και μάλιστα δύο φορές. Με τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου τα ξαναόργωναν, ώστε να είναι έτοιμα για σπορά.

Κάθε μέρα, πριν αρχίσουν τη δουλειά τους, ζητούσαν τη βοήθεια του Θεού κάνοντας με ευλάβεια το σημείο του σταυρού. Στο δισάκι του καθενός υπήρχαν απαραίτητα ένα ρόδι, ένα σκόρδο, ένα καρφί και μια κόκκινη κλωστή. Κι αυτό γιατί πίστευαν και εύχονταν τα γεννήματά τους να έχουν πολλούς σπόρους όπως το ρόδι, να είναι μεγάλοι όπως οι σκελίδες του σκόρδου, σκληροί σαν το καρφί και κόκκινοι σαν το χρώμα της κλωστής. Την πρώτη μέρα της σποράς του σιταριού δεν ξόδευαν χρήματα. Όταν για οποιοδήποτε λόγο καθυστερούσε η σπορά και έπιαναν τα κρύα, οι γεωργοί δεν το έβαζαν κάτω. Πάντως επιδίωξη των γεωργών ήταν να τελειώσουν τη σπορά μέχρι τη γιορτή της Παναγίας (21 Νοεμβρίου, Εισόδια της Θεοτόκου),για να έχουν σπορά πετυχημένη.

Με τη σπορά τελείωναν οι γεωργικές εργασίες και οι γεωργοί είχαν πια κάθε δικαίωμα να ξαποστάσουν και ν’ απολαύσουν την οικογενειακή θαλπωρή, εφαρμόζοντας στην πράξη το κολινδρινό γνωμικό: Ου καλός ου νοικοκύρ’ς του χ’μώνα χαίριτι!
 
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού